Με τα σημερινά δεδομένα, η πραγματική μάχη στις επόμενες
εκλογές δεν θα δοθεί για την πρώτη θέση, όπου υπάρχει καθαρό προβάδισμα, αλλά
για τη δεύτερη. Και μπορεί να αποδειχθεί πολύ σκληρότερη απ’ όσο δείχνουν οι
λίγες μονάδες που χωρίζουν σήμερα δεύτερο από τον τρίτο.
Ας πάρουμε ένα θεωρητικό παράδειγμα. Πρώτο κόμμα στο 30%,
δεύτερο στο 16,5%, τρίτο στο 12%. Τα ποσοστά είναι υποθετικά, αλλά δεν απέχουν
πολύ από τη δημοσκοπική εικόνα των τελευταίων μηνών. Δεύτερος και τρίτος
απέχουν 4,5 μονάδες. Σημαντική διαφορά, όχι όμως χάος.
Λάθος! Οι 4,5 μονάδες της πρώτης κάλπης θα γίνουν πολύ περισσότερες στη δεύτερη. Γιατί αν η πρώτη κάλπη δεν δώσει κυβέρνηση, στη δεύτερη πηγαίνουμε με άλλα δεδομένα. Το 16,5% παύει να είναι απλώς 16,5%. Γίνεται «ο αντίπαλος του πρώτου». Και το 12% παύει να είναι 12%. Γίνεται «ο τρίτος». Μικρή διαφορά στην αριθμητική, τεράστια στην πολιτική.
Το έχουμε ξαναδεί τον Μάιο του 2012 όταν ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε
16,78% και το ΠΑΣΟΚ 13,18%. Απόσταση 3,6 μονάδων. Έξι εβδομάδες αργότερα, στη
δεύτερη κάλπη, ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στο 26,89% και το ΠΑΣΟΚ στο 12,28%. Η απόσταση
ξεπέρασε τις 14,5 μονάδες. Δεν ανακάλυψαν ξαφνικά εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες
κάποια άγνωστη ιδεολογική συγγένεια με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είχαν ανακαλύψει ποιος ήταν
ο αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας.
Μόνο που για τον τρίτο υπάρχει και δεύτερο πρόβλημα. Στη
δεύτερη κάλπη δεν έχει απέναντί του μόνο τον δεύτερο. Έχει και τον πρώτο.
Ο δεύτερος θα λέει «αν θέλεις ισχυρότερη αντιπολίτευση, έλα
σε μένα». Ο πρώτος «αν θέλεις πολιτική σταθερότητα και όχι περιπέτειες, έλα σε
μένα». Ο τρίτος βρίσκεται έτσι σε πολιτική μέγγενη. Ο δεύτερος τον πιέζει στο
όνομα της ισχυρής αντιπολίτευσης. Ο πρώτος στο όνομα της σταθερότητας.
Και ο τρίτος τι ακριβώς πουλάει; Το καλύτερο πρόγραμμα; Καλή
τύχη.
Αν κάποιος θεωρεί ότι όλα αυτά είναι εκλογική αριθμητική επί
χάρτου, ο Αλέξης Τσίπρας περιέγραψε από τηλεοράσεως ακριβώς αυτόν τον
μηχανισμό. «Ή εμείς ή κανείς», είπε. Ή εμείς θα είμαστε η δύναμη που θα
αντιπαρατεθεί στον Μητσοτάκη ή δεν υπάρχει άλλη που μπορεί.
Μίλησε για δημοσκοπική δυνατότητα και κυβερνητική εμπειρία
και παρέπεμψε ο ίδιος στις δεύτερες εκλογές του Ιουνίου 2012. Στο παράδειγμα
δηλαδή που αναφέραμε ήδη, όταν μέσα σε έξι εβδομάδες η απόσταση ΣΥΡΙΖΑ–ΠΑΣΟΚ
εκτινάχθηκε από τις 3,6 στις 14,6 μονάδες.
Και εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο. Η δεύτερη κάλπη δεν
καταγράφει απλώς ένα ακόμη εκλογικό αποτέλεσμα. Το μετατρέπει σε Βουλή.
Τα κέρδη του δεύτερου μεγιστοποιούνται, όπως όμως και οι
ζημιές του τρίτου! Περισσότεροι βουλευτές, μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα,
περισσότερος πολιτικός χώρος και, πάνω απ’ όλα, κατοχύρωση του ρόλου της
αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο τρίτος δεν χάνει απλώς μερικές μονάδες μια κακή
Κυριακή. Χάνει έδρες, κοινοβουλευτική δύναμη και πολιτικό χώρο. Ο πρώτος μπορεί
να γίνει ισχυρότερος. Ο δεύτερος μεγαλύτερος. Και ο τρίτος μικρότερος. Το χειρότερο για τον τρίτο; Αυτή θα είναι η
Βουλή που θα μείνει. Γι’ αυτό ο τρίτος δεν χάνει απλώς.
Χάνει και χάνεται!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου