28/8/26

Το παράδοξο του Μητσοτάκη!

Επτά χρόνια μετά, η κυβέρνηση φθείρεται. Αλλά κανείς δεν πείθει ακόμη ότι μπορεί να την αντικαταστήσει!

Επτά χρόνια στην εξουσία είναι πολλά. Αρκετά για να φθαρεί μια κυβέρνηση, να κουράσουν πρόσωπα και συνθήματα, να συσσωρευτούν λάθη και να αρχίσει εκείνο το αναπόφευκτο «φτάνει πια» που συνοδεύει σχεδόν κάθε μακρά παραμονή στην εξουσία. Θα ήταν παράξενο να μην έχει συμβεί και στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά. Τα Τέμπη άφησαν βαθύ αποτύπωμα στην κοινωνία. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ πρόσθεσε ακόμη ένα σοβαρό πλήγμα στην εικόνα της κυβέρνησης. Υπάρχουν λάθη, αστοχίες, καθυστερήσεις. Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο απλό. H κόπωση! Η Νέα Δημοκρατία, άλλωστε, δεν βρίσκεται πια στο 40,56% του 2023.

Μέχρι εδώ, τίποτε παράξενο. Το παράξενο αρχίζει ακριβώς μετά. Γιατί, παρά τη φθορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να αποτελεί το μέτρο σύγκρισης του πολιτικού συστήματος. Επτά χρόνια μετά, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο έχει φθαρεί ο ίδιος. Είναι ποιος μπορεί να τον αντικαταστήσει.
Και εκεί η αριθμητική αρχίζει να μη βγαίνει. Επτά χρόνια κυβέρνηση. Φθορά. Τέμπη. ΟΠΕΚΕΠΕ. Ακρίβεια. Επτά στους δέκα να δηλώνουν ότι θέλουν αλλαγή κυβέρνησης. Και πρώτος στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός ποιος; Ο Μητσοτάκης.
Κάτι δεν πάει καλά. Ή, για την ακρίβεια, κάτι πάει πολύ καλά για τον Μητσοτάκη και πολύ άσχημα για τους αντιπάλους του.


Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις πριν από τη θερινή ανάπαυλα το αποτυπώνουν καθαρά. Η Marc κατέγραφε τη Νέα Δημοκρατία σταθερά πρώτη και την ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα δεύτερη, με ισχυρό διψήφιο προβάδισμα. Η Metron Analysis έδινε στην εκτίμηση ψήφου 30,4% στη ΝΔ, 17,1% στην ΕΛ.Α.Σ. και 11,4% στο ΠΑΣΟΚ. Στην ίδια έρευνα, ο Μητσοτάκης συγκέντρωνε 29% στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός έναντι 15% του Τσίπρα.

Αν μια κυβέρνηση επτά ετών έχει φθαρεί και παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να προηγείται καθαρά, τότε η εξήγηση δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο στην κυβέρνηση. Πρέπει να κοιτάξεις και απέναντι.
Και εκεί αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα.
Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε και σχεδόν αμέσως έγινε ο βασικός αντίπαλος του Μητσοτάκη. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Και για τον Τσίπρα και για την υπόλοιπη αντιπολίτευση.
Έχει όμως ένα πρόβλημα που καμία επικοινωνιακή στρατηγική δεν μπορεί να εξαφανίσει.Τον γνωρίζουμε. Δεν χρειάζεται να φανταστούμε πώς θα κυβερνούσε. Κυβέρνησε. 

Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε πώς θα τα πήγαινε απέναντι στον Μητσοτάκη. Αναμετρήθηκαν. Δύο φορές. Και έχασε και τις δύο. Το 2019 έχασε καθαρά. Το 2023 έχασε πολύ βαρύτερα. Επομένως, το πρόβλημα του Τσίπρα δεν είναι να μας εξηγήσει γιατί η σημερινή κυβέρνηση έχει κάνει λάθη. Τα γνωρίζουν ήδη όσοι είναι δυσαρεστημένοι μαζί της. Πρέπει να απαντήσει σε κάτι πολύ δυσκολότερο:
Γιατί αυτή τη φορά;Τι άλλαξε; Ποια είναι η νέα πρόταση; Και γιατί οι πολίτες πρέπει να εμπιστευθούν σήμερα εκείνο που απέρριψαν δύο φορές στις κάλπες;

Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα.
Δεν έχει κυβερνήσει. Δεν κουβαλά προσωπική κυβερνητική φθορά. Ηγείται ενός κόμματος που κυβέρνησε τη χώρα επί δεκαετίες, διαθέτει οργανωμένο μηχανισμό, ιστορία και πολιτικές αναφορές και βρίσκεται θεωρητικά στον χώρο που θα μπορούσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο να υποδεχθεί τους απογοητευμένους κεντρώους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας. Και όμως. Έπειτα από επτά χρόνια Μητσοτάκη, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει γίνει η αυτονόητη εναλλακτική εξουσίας. Τον Ιούλιο η Pulse το κατέγραφε στο 11%, πίσω από την ΕΛ.Α.Σ. στο 15%, ενώ η MRB έδινε στον Νίκο Ανδρουλάκη 8,6% στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός.

Και το ερώτημα είναι μάλλον αναπόφευκτο: Αν ένα κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα επί δεκαετίες δεν μπορεί, έπειτα από επτά χρόνια φθοράς της Νέας Δημοκρατίας, να ξεπεράσει το 11%, πότε ακριβώς περιμένει να το κάνει; Γιατί στην πολιτική δεν αρκεί να υπάρχει δυσαρέσκεια.
Πρέπει κάποιος να μπορεί και να την εισπράξει. Δεν αρκεί να λες στους πολίτες γιατί πρέπει να φύγει ο άλλος. Πρέπει να τους πείσεις γιατί πρέπει να έρθεις εσύ.

Και αυτή τη στιγμή ούτε ο Τσίπρας ούτε ο Ανδρουλάκης φαίνεται να έχουν λύσει αυτή την εξίσωση.
Γι' αυτό ίσως το πιο ενδιαφέρον δημοσκοπικό εύρημα δεν βρίσκεται καν στα ποσοστά των κομμάτων. Σε έρευνα της GPO τον Ιούνιο, περίπου επτά στους δέκα πολίτες δήλωναν ότι επιθυμούν αλλαγή κυβέρνησης. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Μητσοτάκης παρέμενε πρώτος στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός με 26,3%, έναντι 15,1% του Τσίπρα και 8,2% του Ανδρουλάκη.
Θέλουν αλλαγή. Αλλά ποιον θέλουν στη θέση του;
Αυτή είναι ολόκληρη η σημερινή πολιτική κατάσταση σε δύο προτάσεις.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Μητσοτάκη δεν είναι ότι δεν έχει φθαρεί. Έχει φθαρεί. Ούτε ότι οι πολίτες είναι ικανοποιημένοι από την κυβέρνησή του. Πολλοί δεν είναι.
Το πλεονέκτημά του είναι ότι η δυσαρέσκεια απέναντί του δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε εμπιστοσύνη προς κάποιον άλλον. Και αυτό αλλάζει εντελώς το ερώτημα των επόμενων εκλογών.

Αν το ερώτημα είναι «είστε ικανοποιημένοι από την κυβέρνηση Μητσοτάκη;», η Νέα Δημοκρατία έχει σοβαρό πρόβλημα. Αν όμως το ερώτημα γίνει «ποιον εμπιστεύεστε περισσότερο να κυβερνήσει την επόμενη μέρα;», τότε το πρόβλημα περνά στην άλλη πλευρά.
Ο Τσίπρας πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να κερδίσει εκείνον από τον οποίο έχει ήδη ηττηθεί.
Ο Ανδρουλάκης πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ο βασικός του αντίπαλος.

Και ο Μητσοτάκης; Πρέπει να αποδείξει κάτι πολύ απλούστερο: ότι, με όλα τα λάθη και τη φθορά επτά ετών, παραμένει ασφαλέστερη επιλογή από τους άλλους.
Δεν είναι εντυπωσιακό πολιτικό αφήγημα. Είναι όμως, μέχρι στιγμής, η πραγματικότητα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου