28/8/26

Ένας πρόεδρος που επαναπροσδιορίζει καθημερινά τα όρια του αδιανόητου!


6 Ιουλίου 2027 

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ λέει ολοένα και πιο ακραία πράγματα. Είναι ότι ο κόσμος εκπλήσσεται ολοένα και λιγότερο. Υπάρχουν δηλώσεις που προκαλούν αντιδράσεις. Υπάρχουν δηλώσεις που προκαλούν οργή. Και υπάρχουν και εκείνες οι ελάχιστες που προκαλούν ανατριχίλα.

Στην τελευταία κατηγορία ανήκει, κατά τη γνώμη μου, η πρόσφατη δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ για την κηδεία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν. «Με μία μόνο βολή θα μπορούσαμε να τους εξοντώσουμε όλους, αλλά τότε δεν θα είχαμε με ποιον να διαπραγματευτούμε», είπε, αναφερόμενος στους συγκεντρωμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη προκλητική ατάκα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί στη σύγχρονη πολιτική ιστορία δημόσια δήλωση ανάλογου περιεχομένου από εν ενεργεία αρχηγό κράτους. Αν υπάρχει προηγούμενο, σίγουρα δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμο.

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση όμως από την ίδια τη φράση προκαλεί η τύχη της. Μέσα σε λίγες ώρες είχε ήδη υποχωρήσει από την κορυφή της ειδησεογραφίας, παραχωρώντας τη θέση της στην επόμενη ανάρτηση, στην επόμενη πρόκληση, στο επόμενο επικοινωνιακό επεισόδιο. Σαν να επρόκειτο για κάτι σχεδόν αναμενόμενο. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Η συγκεκριμένη φράση μπορεί να διαβαστεί με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Οι υποστηρικτές του Τραμπ θα πουν ότι ήταν ακόμη ένα από τα γνωστά του αστεία. Άλλοι θα το εκλάβουν ως σαρκασμό απέναντι στο ιρανικό καθεστώς. Υπάρχει όμως και μια τρίτη διάσταση, από την οποία δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει. Τα λόγια αυτά δεν ειπώθηκαν από έναν κωμικό, έναν σχολιαστή ή έναν ανώνυμο χρήστη του διαδικτύου. Ειπώθηκαν από τον πρόεδρο της χώρας που διαθέτει το ισχυρότερο στρατιωτικό οπλοστάσιο στον κόσμο. Όταν μιλά ο άνθρωπος που μπορεί πράγματι να υλοποιήσει αυτό που περιγράφει, η διάκριση ανάμεσα στο χιούμορ, τον σαρκασμό και την απειλή γίνεται σχεδόν αδύνατη.

Αυτή η στρατηγική ασάφεια είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολιτικής του επικοινωνίας. Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος πώς ακριβώς πρέπει να ερμηνεύσει τα λόγια του. Και ίσως αυτό να είναι το ζητούμενο. Οι υποστηρικτές του θεωρούν ότι αστειεύεται. Οι αντίπαλοί του ότι απειλεί. Ο ίδιος διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα να υποστηρίξει και τις δύο εκδοχές.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Μέσα στις ίδιες ημέρες ήρθε η αποκάλυψη ότι προηγήθηκαν αλλεπάλληλες παρεμβάσεις του προς τη FIFA προκειμένου να ανατραπεί η τιμωρία του Αμερικανού διεθνούς Φολαρίν Μπαλογκάν, κάτι που τελικά συνέβη μέσω μιας εξαιρετικά σπάνιας διαδικασίας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και ερωτήματα για τα όρια της πολιτικής επιρροής στον διεθνή αθλητισμό. Σχεδόν ταυτόχρονα, μια σαρκαστική ανάρτηση εις βάρος της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι υπενθύμιζε ότι για τον Τραμπ η διάκριση ανάμεσα στον θεσμικό λόγο και στην προσωπική πρόκληση έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα.

Κανένα από αυτά τα περιστατικά, μεμονωμένα, δεν αρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο. Όλα μαζί όμως σχηματίζουν ένα μοτίβο. Έναν τρόπο άσκησης της πολιτικής όπου η πρόκληση δεν είναι παρεκτροπή, αλλά εργαλείο. Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο τον υπόλοιπο κόσμο. Αφορά την ίδια την Αμερική.

Πώς ακούγονται όλα αυτά σε μια χώρα που οδεύει προς τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο; Πώς αντιδρούν οι θεσμοί όταν ο πρόεδρος δοκιμάζει καθημερινά τα όρια του δημόσιου λόγου; Πόσο αντέχουν τα θεσμικά αντίβαρα μιας δημοκρατίας όταν η υπερβολή μετατρέπεται σε κανονικότητα; Ένα τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας εξακολουθεί να θεωρεί ότι αυτή ακριβώς η αντισυμβατική συμπεριφορά είναι στοιχείο της πολιτικής του δύναμης. Ένα άλλο βλέπει σε κάθε νέα δήλωση ακόμη μία δοκιμασία για την ανθεκτικότητα των θεσμών. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, αφορά όλους.

Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τον όρο «μυθριδατισμός» για να περιγράψουν την ανοσία που αποκτά ένας οργανισμός όταν εκτίθεται καθημερινά σε μικρές δόσεις δηλητηρίου. Φοβάμαι ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα και με τον δημόσιο λόγο. Η πρώτη ακραία δήλωση προκαλεί σοκ. Η δεύτερη αντιδράσεις. Η τρίτη συζητήσεις. Η δέκατη περνά σχεδόν απαρατήρητη. Δεν έγιναν λιγότερο ακραίες οι δηλώσεις. Εμείς αποκτήσαμε μεγαλύτερη ανοχή απέναντί τους.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο πολιτικό επίτευγμα του Ντόναλντ Τραμπ. Όχι ότι λέει το αδιανόητο. Πολιτικοί που υπερέβησαν τα όρια υπήρξαν και στο παρελθόν. Εκείνο που μοιάζει πραγματικά πρωτόγνωρο είναι ότι κατάφερε να μετακινήσει το ίδιο το σημείο αναφοράς με το οποίο κρίνουμε τον δημόσιο λόγο. Αυτό που χθες θα προκαλούσε πολιτικό σεισμό, σήμερα αντιμετωπίζεται ως ακόμη ένα επεισόδιο της καθημερινής ειδησεογραφίας.

Ο πραγματικός κίνδυνος, τελικά, ίσως να μην είναι ο ίδιος ο Τραμπ. Είναι ο δικός μας μυθριδατισμός απέναντι στο αδιανόητο. Γιατί όταν μια κοινωνία παύει να ανατριχιάζει μπροστά σε όσα μέχρι χθες θεωρούσε αδιανόητα, τότε δεν αλλάζει μόνο η πολιτική. Αλλάζει η ίδια η κλίμακα με την οποία αντιλαμβάνεται το φυσιολογικό.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου